Book Review: Η ΠΛΗΜΥΡΑ, του ΕΜΙΛ ΖΟΛΑ, από Εκδόσεις ΟΞΥ


Μπορεί ένα αριστούργημα λογοτεχνίας να είναι έκτασης μόλις εβδομήντα μίας σελίδων και μάλιστα σε διαστάσεις τσέπης; Όταν μιλάμε για τον Ζολά, είναι.

Η ιστορία είναι ενός ηλικιωμένου αγρότη, του Λουί Ρουμπιέ, που είναι και ο αφηγητής μας. Στην αρχή ξεκινάει λέγοντάς μας πως τα είχε όλα. Ανίψια, εγγόνια, παιδιά και μας τους συστήνει. Είναι όλοι γύρω από το τραπέζι. Η οικογένειά του που με καμάρι τούς περιγράφει. Πολύ σύντομα αρχίζει και η ηρεμία τους κλονίζεται από το νερό που η στάθμη του ανεβαίνει επικίνδυνα.

Βλέπουμε τις απελπισμένες τους προσπάθειες να ζήσουν αλλά τελικά να μην τα καταφέρνουν και κάποιοι μάλιστα να παραιτούνται. Τους βλέπουμε να παλεύουν με κάθε τι που παρασέρνεται από την καταστροφή φέρνοντάς το μπροστά τους. Σιγά σιγά όμως το νερό γκρεμίζει τοίχους, ολόκληρα σπίτια με αποτέλεσμα να πνίγονται ηρωικά.

Στο τέλος ο Ρουμπιέ μένει μόνος του, επιζών σωματικά αλλά νεκρός ψυχικά. Είδε τους πάντες, έναν προς έναν, να φεύγουν, να τους καταπίνει το νερό. Η γλώσσα του Ζολά είναι οικεία, δεν χρησιμοποιεί βαριές εκφράσεις, λόγιες. Ζωντανεύει μέσα μας συναισθήματα δυνατά ειδικά όταν γνωρίζουμε καλύτερα τον κάθε χαρακτήρα τη στιγμή που παλεύει να σώσει κάποιον άλλον αλλά και να σωθεί ο ίδιος. Με ασθμαίνουσα γραφή βλέπουμε και την αυτοθυσία κάποιων ηρώων.

Την επόμενη μέρα ο Ρουμπιέ αντικρίζει την καταστροφή. Δυο χιλιάδες σπίτια έχουν πέσει και κοντά επτακόσιοι άνθρωποι έχουν χαθεί. Κι αναπολεί την προηγούμενη μέρα, τα βάζει με τη μοίρα που αυτός είναι ηλικιωμένος και έμεινε πίσω να ζει. Είναι ολομόναχος, δεν έχει σπίτι, ούτε χωράφια να δουλέψει. Οι αγαπημένοι του δεν έχουν καν βρεθεί ακόμη, παρα μόνο η μία του εγγονή με τον αρραβωνιαστικό της που τους έχουν ήδη θάψει αφού πρώτα φωτογραφίσει για να γίνει η αναγνώριση. Τους βλέπει αγκαλιασμένους με κολλημένα τα χείλη και κλαίει.

Το έργο αυτό καθρεφτίζει την υπέρμετρη αγάπη, την αυτοθυσία γι’ αυτήν καθώς και την οικογένεια ως ύψιστο αγαθό.

Ένα εξαιρετικό βιβλίο. Θα το βρείτε εδώ.


Διαβάστε την άποψη της Γιώτας Βασιλείου εδώ.


Σχόλια