Εν ριπή μολυβιού: Τρία διαμαντάκια από τη σειρά ΑΠΝΕΥΣΤΙ, εκδόσεις ΟΞΥ


Τρία τόσα δα μικρούτσικα βιβλία, τρεις διαφορετικοί κόσμοι, ένα κοινό ερώτημα:  Τι κάνει ο άνθρωπος όταν βρεθεί ή ξεπεράσει τα όριά του;

Τους τελευταίους μήνες οι εκδόσεις Οξύ μας έχουν φέρει μια εξαιρετική νέα σειρά. Μικρά σε έκταση αλλά μεγάλα σε ιδέες, τα βιβλία της σειράς Απνευστί είναι κλασικά έργα με συμπυκνωμένο λόγο που όμως δεν χάνει τη βαρύτητά του. Ο Τζόζεφ Κόνραντ, ο Εμίλ Ζολά και ο Πιέτρο Αρετίνο μπορεί χρονικά να απέχουν παρασάγγας όμως συναντιούνται στον τρόπο που ρίχνουν το βλέμμα τους πάνω στην κοινωνία, το σώμα, την ψυχή, το πνεύμα και την κατάρρευση των βεβαιοτήτων.

Μικρά βιβλία, μεγάλα ρήγματα.

 

Η Πλημμύρα, του Εμίλ Ζολά

Ο Ζολά εδώ γράφει για μια φυσική καταστροφή, αντιμετωπίζοντας τη συμφορά όχι ως ένα απλό γεγονός αλλά σαν μηχανισμό αποκάλυψης. Η πλημμύρα λειτουργεί καταλυτικά και διαλύει την ψευδαίσθηση ελέγχου του ανθρώπου πάνω στο περιβάλλον και, κυρίως, πάνω στον εαυτό του. Η φύση δεν είναι φόντο. Είναι δύναμη. Απογυμνώνει κοινωνικές δομές, γκρεμίζει ζωές και βεβαιότητες.

Η αφήγηση κινείται με τη χαρακτηριστική νατουραλιστική προσέγγιση του συγγραφέα με εστίαση στη λεπτομέρεια, στην υλικότητα και στην σωματικότητα. Οι άνθρωποι αντιδρούν όπως τους επιβάλει η βιολογία τους, σχεδόν μηχανικά. Ο Ζολά δεν ενδιαφέρεται να προσφέρει δράμα. Τον ενδιαφέρει κυρίως να δείξει το πώς η ύλη από την οποία είναι πλασμένος ο κόσμος μας, επηρεάζει την ανθρώπινη συμπεριφορά.

Εντυπωσιακό είναι επίσης το πως η πλημμύρα οδηγεί στην κατάρρευση την κοινωνική τάξη. Το νερό δεν πνίγει μόνο τα σπίτια αλλά και ρόλους και ιεραρχίες. Κι εν τέλει αυτό που μένει θαμμένο στις λάσπες είναι μια γυμνή ανθρώπινη κατάσταση, χωρίς καμία επίφαση πολιτισμού.

Ένα απίστευτα δυνατό κείμενο που παρατηρεί από κοντά την καταστροφή χωρίς να την δραματοποιεί. Και  μέσα από αυτή την παρατήρηση, δείχνει πόσο εύθραυστο είναι αυτό που ονομάζουμε “κανονικότητα”.

 

Εϊμι Φόστερ, του Τζόζεφ Κόνραντ

Μια εντελώς διαφορετική ιστορία και προσέγγιση αυτή τη φορά.

Ο Γιάνκο ναυαγεί σε έναν τόπο όπου δεν μπορεί να επικοινωνήσει με κανέναν από τους κατοίκους. Η κοινότητα γύρω του δεν θέλει να τον καταλάβει. Ανάμεσά τους και η Εϊμι Φόστερ. Η Εϊμι δεν είναι ρομαντική φιγούρα αλλά ένας άνθρωπος με συναισθηματικά περιορισμένη αντίληψη του κόσμου. Όταν οι δυο τους γνωρίζονται, αρχίζουν να χτίζουν μια επαφή πάνω σε μια εύθραυστη οικειότητα, η οποία γεννιέται εκεί όπου η γλώσσα παύει να επαρκεί.

Ο Κόνραντ δεν εστιάζει στο ειδύλλιο αλλά στο σημείο όπου η έλλειψη συνεννόησης γίνεται τροχοπέδη. Εκεί όπου η γλώσσα παύει να είναι γέφυρα και γίνεται τείχος.

Το κεντρικό βάρος του κειμένου είναι η αδυναμία μετάφρασης της εμπειρίας. Ο Γιάγκο δεν χάνεται επειδή είναι ξένος, αλλά επειδή δεν μπορεί να γίνει κατανοητός. ΗΈιμι, από την άλλη, δεν είναι σκληρή, απλώς την ορίζουν ο φόβος και η ανάγκη για επιβίωση. Είναι αυτά που ρυθμίζουν τον συναισθηματικό της κόσμο.

Η αφήγηση κρατά μια ασφαλή απόσταση από τα τεκταινόμενα, αφήνοντας τον αναγνώστη να βλέπει καθαρά στην κοινωνία αυτή η βία είναι ήσυχη και έχει κοινωνικό υπόβαθρο. Η τραγικότητα δεν κορυφώνεται, απλώς κατακάθεται. Μπορούμε να πούμε πως η ιστορία του Κόνραντ λειτουργεί σαν ένα ψυχρό παρατηρητήριο της ανθρώπινης αποξένωσης.

Αν υπάρχει ένας λόγος που αυτό το έργο αντέχει στον χρόνο είναι γιατί μιλά για τη μετανάστευση ως συνθήκη ύπαρξης που δεν κάποιον κοινό κώδικα. Και αυτό το καθιστά δυσάρεστα σύγχρονο.

 

Το Σχολείο της Πορνείας, του Πιέτρο Αρετίνο

Τελευταίο μα εξίσου σημαντικό είναι Το σχολείο της Πορνείας του Αρετίνο. Εδώ ο συγγραφέας μας προσφέρει ένα έργο που λειτουργεί ταυτόχρονα ως σάτιρα και ως ανατομία εξουσίας πάνω στο ανθρώπινο σώμα. Δύσκολα μπορώ να φανταστώ τον κοινωνικό αντίκτυπο που προκάλεσε το έργο όταν πρωτοκυκλοφόρησε, αφού, πίσω από την προκλητική του επιφάνεια, ο Αρετίνο στήνει μια αυστηρή κριτική της ηθικής υποκρισίας της εποχής του.»

Η “εκπαίδευση” που περιγράφεται δεν αφορά μόνο το ερωτικό σώμα, αλλά την κοινωνική κατασκευή της επιθυμίας. Ο συγγραφέας αποδομεί τη γλώσσα της αθωότητας δείχνοντας πόσο τεχνητή είναι. Το σώμα εδώ δεν είναι αμαρτία, είναι πεδίο διαπραγμάτευσης.

Η ειρωνεία του κειμένου είναι διαρκής και ψυχρή θα έλεγα. Δεν υπάρχει ούτε ίχνος ρομαντισμού αλλά ούτε καταδίκη με τον τρόπο που έχουμε στο νου μας σήμερα. Αντίθετα, απλώνει διαρκώς το δάχτυλο κατά της κοινωνικής υποκρισίας που ντύνεται με την χλαμύδα της ευπρέπειας.

Το έργο διαβάζεται σήμερα όχι φυσικά ως “σκανδαλώδες”, αλλά ως μια πρώιμη μορφή κοινωνικής αποδόμησης. Η τόλμη του για τον σύγχρονο άνθρωπο δεν είναι θεματική. Θεαματικός όμως είναι ο τρόπος που αρνείται να προσποιηθεί ότι ο ηθικός λόγος είναι ουδέτερος!

Τρία κείμενα που αποδεικνύουν πως η λογοτεχνία, ακόμη και στην πιο συμπυκνωμένη της μορφή, δεν παύει να δοκιμάζει τα όρια της ανθρώπινης αντοχής και κατανόησης. Και ίσως εκεί ακριβώς να κρύβεται η διαχρονική της δύναμη.

Να τα διαβάσετε. Προσωπικά θα αναζητήσω και τα υπόλοιπα.

Βρείτε τα όλα εδώ. 

Σχόλια