Συνέντευξη: ΕΛΛΑΔΑ ΚΡΑΛΛΗ: "Η καλλιτεχνική μου φύση πάντα είχε την τάση να διανθίζεται"

Η Ελλάδα Κράλλη είναι συγγραφέας, καλλιτέχνης και παντρεμένη. Άφησε πίσω της τη χαώδη Αθήνα και μένει πλέον εδώ και δυο χρόνια στην Αυλίδα στην περιοχή Μόρφα. Είναι ένα μέρος όπου πέρασε κυρίως τα παιδικά και εφηβικά της χρόνια, συντροφιά με τον παππού και τη γιαγιά της και χαίρεται πολύ που συνεχίζει την ευχή του παππού της αποφασίζοντας να μείνει μόνιμα εκεί. (Συνέντευξη στην  Κατερίνα Τσαμπά ) Ελλάδα μου, σε καλωσορίζω στα ΒΙΒΛΙΟγραφικά και θέλω να σε ρωτήσω ποιο είναι αυτό το ένα πράγμα που σε ώθησε να γράψεις. Μπορεί να είναι παραπάνω από ένα, αλλά θέλω να ξεχωρίσεις αυτό που νιώθεις ότι υπερτερεί. Η αγάπη για μετάδοση των μηνυμάτων μου στους ανθρώπους περισσότερο. Η καλλιτεχνική μου φύση πάντα είχε την τάση να διανθίζεται. Η ποίηση και η αποτύπωση τοπίων μέσω της φωτογραφίας όπως και η συμμετοχή μου σε φωτογραφίσεις ως μοντέλο, μέχρι το σημείο  του θεάτρου ως ερασιτέχνης ηθοποιός ήταν μέσα σε αυτούς τους τρόπους που επιθυμούσα να εξωτερικεύσω τους εσωτερικούς μου κόσμους...

Book Review: ΗΜΟΥΝ Η ΝΤΟΡΑ ΣΟΥΑΡΕΖ, του DEREK RAYMOND, από εκδόσεις ΕΡΜΑ

 

(Της Γιώτας Βασιλείου)

Αν το με το Πέθανε με τα μάτια ανοιχτά άνοιξε μια πόρτα, με το Ήμουν η Ντόρα Σουάρεζ ο Derek Raymond σε πετάει μέσα σε ένα δωμάτιο χωρίς παράθυρα και σε αφήνει να αναπνεύσεις για όσο ακόμα υπάρχει οξυγόνο. Δεν πρόκειται για ακόμα ένα νουάρ. Πρόκειται για εξερεύνηση του ανθρώπινου πόνου, της παρακμής και μιας τρυφερής, σχεδόν απεγνωσμένης πίστης ότι η ζωή –παρά τα βάσανά της– αξίζει να τη ζεις.

Ο Raymond γράφει σαν να γδέρνει το ίδιο του το πετσί. Η αφήγηση βουτάει κατευθείαν στον πυρήνα των γεγονότων και τελικά καταλήγει εκεί όπου πονά περισσότερο: στη συνείδηση και στην ψυχή του ερευνητή. Δεν τον ενδιαφέρει μόνο το ποιος σκότωσε τη Ντόρα Σουάρεζ, αλλά τι σημαίνει να πεθαίνει μια γυναίκα σαν τη Ντόρα Σουάρεζ – και τι σημαίνει να είσαι εκείνος που ερευνά το έγκλημα.

Το βιβλίο είναι σκληρό, ωμό, σε στιγμές σχεδόν αφόρητο. Υπάρχουν σκηνές σου κολλάνε στο μυαλό, στο δέρμα, στην ψυχή και μένουν εκεί και δεν φεύγουν ακόμα κι αφού έχεις κλείσει το βιβλίο. Κι όμως, μέσα σε όλη αυτή την απροσμέτρητη βία, υπάρχει μια υπόκωφη τρυφερότητα. Μια αγωνιώδης ανάγκη να φανεί ότι ο άνθρωπος, όσο και να λασπώσει, μπορεί ακόμη να κοιταχτεί στον καθρέφτη χωρίς να ραγίσει το γυαλί.

Ο ανώνυμος επιθεωρητής δεν λύνει απλώς μια υπόθεση. Φθείρεται μαζί της. Διαβάζοντας το ημερολόγιο της Ντόρα, την αγαπά – όχι με τη γλυκερή έννοια του όρου, αλλά με εκείνο το είδος αγάπης που γεννιέται μέσα από τον πόνο και μεταμορφώνει την έρευνα σε μια πένθιμη ωδή. Και τότε το αστυνομικό αφήγημα απεκδύεται το είδος του· γίνεται προσευχή, εξομολόγηση, κάτι που θυμίζει ρέκβιεμ.

Δεν είναι βιβλίο για όλους. Είναι για όσους αντέχουν. Εγώ δεν ξέρω πως άντεξα. Συνήθως δεν αντέχω. Αυτή τη φορά όμως το έκανα και εκεί, μέσα στη σιωπή που ακολούθησε την ανάγνωση άκουσα τον συγγραφέα να μου ψιθυρίζει: Η αληθινή φρίκη δεν είναι στη σκηνή του εγκλήματος, αλλά σ’ αυτό που μας κάνει να συνεχίζουμε να ζούμε μετά από αυτή.

Ένα καθαρόαιμο 5άστερο με το κάθε αστέρι να είναι ασήκωτο σε βάρος. Όσοι/όσες το έχετε διαβάσει, καταλαβαίνετε τι εννοώ!

Ατμοσφαιρικό, βαθιά ανθρώπινο, αμείλικτο, αποτρόπαιο.
Από τα πιο δυνατά νουάρ που κυκλοφόρησαν στα ελληνικά τα τελευταία χρόνια.
Διαβάστε το με δική σας ευθύνη.

Θα το βρείτε εδώ.

 

Σχόλια