BOOK REVIEW: ΜΙΑ ΓΑΤΑ ΚΑΚΑ ΜΑΝΤΑΤΑ – ΚΡΥΦΕΣ ΠΤΥΧΕΣ του ΆΑΡΟΝ ΜΠΛΕΙΜΠΙ από ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΛΕΙΔΑΡΙΘΜΟΣ

(Της Αγγελικής Ζούμπου ) Τρίτο βιβλίο στη σειρά της «Γάτας κακά μαντάτα», της οποίας είμαστε οικογενειακώς φαν! Στην περιπέτεια αυτή, η Γάτα και η παρέα της αγωνίζονται να ανατρέψουν τον Φρεντ Φραγκάτο, ο οποίος κατάφερε, ελέγχοντας το διαδίκτυο και κάθε οθόνη, να σβήσει από τη μνήμη των ανθρώπων όσα στραβά έχει κάνει και να τους πείσει ότι είναι ο πιο κατάλληλος για Πρόεδρος! Ένα βίντεο που διασπείρεται παντού είναι αυτό που φέρνει τελικά τον κακό στην εξουσία, ενώ η δαιμόνια γάτα μας θα κάνει ό,τι περνάει από το χέρι (εμ, πόδι!) της για να αποκαταστήσει τη δικαιοσύνη! Αν δεν γνωρίζετε τα βιβλία αυτά, πρόκειται στην ουσία για graphic novels, με εικονογράφηση που ακολουθεί την πλοκή και με ήχους που ξετρελαίνουν τα παιδιά καθώς προσπαθούν να τους αναπαραγάγουν διαβάζοντάς τους!  Η συγκεκριμένη ιστορία μιλάει για την επιρροή των πληροφοριών που βρίσκει κανείς στο διαδίκτυο στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης και για το πώς μπορεί κάποιος ελέγχοντας τη ροή των ειδήσεων να ελέγξει το μυα...

Book Review: Η ΜΟΝΗ ΠΟΥ ΑΠΕΜΕΙΝΕ, του RILEY SAGER, από εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

(Της Γιώτας Βασιλείου)

Θεούλη μου, τι ήταν αυτό που διάβασα;
Ουπς! Το είπα δυνατά, ε; Ε, καλά έκανα. Γιατί το Η μόνη που απέμεινε κάνει αυτό το φανταστικό πράγμα που κάνουν τα ψυχολογικά θρίλερ που σέβονται τον εαυτό τους – και κυρίως τους αναγνώστες τους: σε πείθει ότι ξέρεις πού πας, ενώ στην πραγματικότητα δεν έχεις την πα-ρα-μι-κρή ιδέα.

Τι έχουμε εδώ, λοιπόν; Σίγουρα όχι απλώς ένα ακόμη ψυχολογικό θρίλερ που παίζει με το τραύμα και τη μνήμη. Έχουμε μια ιστορία που σε παίρνει απαλά από το χεράκι, σε βάζει μέσα στο σπίτι της και, πριν προλάβεις να καταλάβεις καλά καλά τι γίνεται, σε έχει ήδη κλειδαμπαρώσει μέσα. Κυριολεκτικά.

Ο Ράιλι Σέιγκερ στήνει ένα σκηνικό κλειστοφοβικό, σχεδόν ασφυκτικό – όχι τόσο λόγω χώρου, όσο λόγω των χαρακτήρων του. Μια γυναίκα καθηλωμένη στο κρεβάτι και στο παρελθόν της, μια άλλη που προσπαθεί να καταλάβει τι ακριβώς της έχει συμβεί, κι ανάμεσά τους κρέμεται σαν δαμόκλειος σπάθη η αλήθεια. Μια αλήθεια που ο συγγραφέας δεν βιάζεται καθόλου να μας αποκαλύψει. Κι αυτό είναι το μεγάλο ατού του βιβλίου: δεν τρέχει – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι αργών ταχυτήτων. Αντίθετα, προχωρά γρήγορα, αφήνοντάς σε κάθε γύρισμα της σελίδας να αμφιβάλλεις, να υποθέτεις, να βεβαιώνεσαι και, τελικά, να πέφτεις εντελώς έξω.

Η αφήγηση δουλεύει υπόγεια. Δεν βασίζεται σε εντυπωσιακά ευρήματα ή συνεχείς ανατροπές/πυροτεχνήματα –που ούτως ή άλλως σκάνε μαζεμένα προς το τέλος– αλλά σε μικρές ρωγμές, σαν εκείνες που χαράζουν τους τοίχους της παμπάλαιης έπαυλης του Hopes End (το τέλος της ελπίδας – σημαδιακό; ). Στέκεται σε λεπτομέρειες που αρχικά μοιάζουν ασήμαντες και αργότερα αποδεικνύονται κομβικές. Ο Σέιγκερ ξέρει πότε να σου δώσει πληροφορία και, κυρίως, πότε να στην ανατρέψει.

Οι χαρακτήρες δεν είναι εκεί για να γίνουν συμπαθείς. Είναι εκεί για να σε κάνουν να νιώσεις άβολα. Και αυτό λειτουργεί άψογα, αν σκεφτεί κανείς ότι ακόμη και τώρα που γράφω αυτή την κριτική, δυσκολεύομαι να θυμηθώ έστω έναν ήρωα που να μου έγινε πραγματικά συμπαθής. Η πρωταγωνίστρια δεν ζητά απλώς την εμπιστοσύνη σου, τη διεκδικεί σχεδόν επιθετικά, ενώ το παρελθόν ρίχνει βαρύ τον ίσκιο του πάνω από κάθε σελίδα, πάνω από κάθε λέξη.

Υπάρχουν στιγμές που λες «εντάξει, το έχω» και ξαφνικά ο Σέιγκερ στην κάνει γυριστή. Όχι πάντα με θεαματικό τρόπο, αλλά ακόμη και με κάτι τόσο μικρό όσο μια ανεπαίσθητη μετατόπιση – αρκετή για να σε κάνει να αναρωτηθείς αν τελικά είχες καταλάβει σωστά εξαρχής.

Το Η μόνη που απέμεινε είναι μια ιστορία για το τι σημαίνει να επιβιώνεις μιας κατάστασης που όλοι οι άλλοι θεωρούν τελειωμένη. Για το πόσο επικίνδυνη μπορεί να γίνει η αλήθεια όταν περνά από στόμα σε στόμα, αλλά δεν λέγεται ποτέ φωναχτά. Και, τελικά, για το πώς ένας συγγραφέας μπορεί να παίξει μέχρι τελικής πτώσης με το μυαλό των αναγνωστών του.

Ναι, φυσικά και σας το προτείνω. Και ναι, εννοείται ότι θα ξενυχτήσετε.
Ας προσέχατε και να μην διαβάζατε την άποψή μου. Αμ πώς;

Πριν κλείσω, όμως, ας κάνω και τον δικηγόρο του διαβόλου. Υπήρξε κάτι στο βιβλίο που με ενοχλούσε καθ’ όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης. Και αυτό ήταν το τελικό σίγμα στη γενική των αγγλικών κύριων ονομάτων. Της ΛενόραΣ, της ΒιρτζίνιαΣ. Ναι, αυτού του πράγματος. Γενικότερα υπήρχαν αρκετά ζητήματα επιμέλειας, όμως το συγκεκριμένο ήταν από εκείνα που δεν μπορούσα να αγνοήσω, όσο κι αν προσπαθούσα. Σε κάθε του εμφάνιση, με έβγαζε για λίγο εκτός. Σε κάθε περίπτωση, δεν μείωσε στο ελάχιστο την απόλαυση της ανάγνωσης. Με έβαλε όμως – για ακόμη μία φορά – στη θέση του αναγνώστη που γκρινιάζει για το αυτονόητο: Κύριοι εκδότες, σεβαστείτε τους αναγνώστες σας. Δώστε τους σωστά επιμελημένα βιβλία.

Θα το βρείτε εδώ.

*Photo A.I. created

Σχόλια