Οι Ανάξιες είναι μια σκοτεινή δυστοπία που βασίζεται
σε μια ιδέα που σε αρπάζει από την πρώτη κιόλας σελίδα. Μετά από μια
απροσδιόριστη κατάρρευση του κόσμου και διαδοχικές περιβαλλοντικές καταστροφές,
μια ομάδα γυναικών βρίσκει καταφύγιο σε έναν κλειστό, θρησκευτικά οργανωμένο
χώρο, ο οποίος σταδιακά αποκαλύπτεται ως μηχανισμός ελέγχου και υποταγής.
Η Bazterrica δεν ενδιαφέρεται να εξηγήσει αναλυτικά τον
κόσμο της. Δεν τον χτίζει με όρους γεωγραφίας ή πολιτικής. Δεν είναι αυτός ο
σκοπός της. Αντίθετα, μας κλείνει μέσα σε ένα περιβάλλον φόβου, σιωπής και
πειθαρχίας, όπου το σώμα γίνεται πεδίο τιμωρίας και η πίστη εργαλείο εξουσίας.
Αυτό, ως αναγνωστική εμπειρία, λειτουργεί και σε κρατά σε διαρκή ένταση.
Ιδιαίτερα εύστοχη είναι η αφηγηματική επιλογή της καταγραφής
της ιστορίας. Η αφηγήτρια γράφει την ιστορία της κρυφά, σαν προσωπικό ημερολόγιο
και γνωρίζει ότι, αν αποκαλυφθεί, θα τιμωρηθεί. Αυτή η μορφή δίνει αμεσότητα
αλλά και μια χρήσιμη ασάφεια· δεν ξέρεις πάντα αν αυτό που διαβάζεις είναι
γεγονός, ανάμνηση ή ψυχική άμυνα. Μέσα από αυτή την αφήγηση, η συγγραφέας
δείχνει πώς η εξουσία περνά στο σώμα και στην καθημερινότητα των ανθρώπων, πώς
η βία δικαιολογείται στο όνομα της σωτηρίας και πώς η υπακοή παρουσιάζεται ως
το σωστό και αυτονόητο.
Το βιβλίο ανασαίνει περισσότερο στις στιγμές όπου ο τρόμος
υποχωρεί ελάχιστα για να φανεί η ανθρώπινη σύνδεση. Μάλιστα, αυτές οι στιγμές
είναι ιδιαιτέρως τρυφερές. Οι μικρές χειρονομίες φιλίας, οι υπόγειες συμμαχίες
και οι σιωπηλές πράξεις αλληλεγγύης δίνουν βάθος στην αφήγηση και την
απομακρύνουν από το να λειτουργήσει αποκλειστικά ως αλληγορία. Εκεί νιώθεις ότι
οι χαρακτήρες δεν υπάρχουν απλώς για να υπηρετήσουν μια ιδέα, αλλά παλεύουν,
έστω και ανεπαίσθητα, να διατηρήσουν κάτι από τον εαυτό και την ανθρωπιά τους.
Ωστόσο, όσο δυνατή κι αν είναι η ιδέα του θρησκευτικού
πλαισίου, σε κάποια σημεία φαίνεται να εξυπηρετεί περισσότερο το μήνυμα που
θέλει να περάσει, παρά την ίδια την ιστορία. Οι τελετουργίες και οι τιμωρίες
δεν προκύπτουν πάντα φυσικά από τους χαρακτήρες και τις σχέσεις τους, αλλά
χρησιμοποιούνται κυρίως για να δείξουν τη φρίκη. Όταν αυτό γίνεται συχνά, η
ένταση μειώνεται και η ιστορία χάνει λίγη από τη δύναμή της, χωρίς, ευτυχώς, να
χάνει το ενδιαφέρον της ολοκληρωτικά.
Και εδώ μπαίνει αναπόφευκτα η σύγκριση με το Εξαίσιο
Πτώμα, το οποίο διάβασα πολύ πρόσφατα και με συγκλόνισε. Θεωρώ πως το
τάιμινγκ αδικεί τις Ανάξιες, γιατί το προηγούμενο βιβλίο εξακολουθεί να
δονείται μέσα μου. Πρόκειται για ένα έργο που λειτουργεί σαν ωστικό κύμα, όχι
μόνο λόγω της θεματικής του, αλλά επειδή σε εμπλέκει συναισθηματικά στην
κανονικοποίηση της φρίκης. Οι Ανάξιες τώρα κινούνται σε άλλο πεδίο.
Είναι πιο εσωτερικές, πιο κλειστοφοβικές, λιγότερο σοκαριστικές και περισσότερο
στοχαστικές πάνω στη λατρεία, στη γλώσσα της εξουσίας και στον φονταμενταλισμό.
Όταν διαβάζονται αμέσως μετά, είναι εύκολο να φανούν λιγότερο ισχυρές απ’ όσο
πραγματικά είναι, επειδή ο αναγνώστης βρίσκεται ακόμη υπό την επίδραση του
προηγούμενου βιβλίου, κάτι που τελικά λειτουργεί εις βάρος τους και δεν τους
αξίζει.
Συνολικά, πρόκειται για ένα έργο με ξεκάθαρη τη ταυτότητα της
συγγραφέα του, έντονη ατμόσφαιρα και θεματική συνέπεια. Δεν είναι το βιβλίο που
θα σε διαλύσει, αλλά είναι εκείνο που θα σε κρατήσει σε μια διαρκή, άβολη
εγρήγορση. Και ίσως, σε μια δεύτερη ανάγνωση, μακριά από τη σκιά του Εξαίσιου
Πτώματος, να αποκαλύψει ακόμα περισσότερα από όσα δείχνει με την πρώτη
ματιά.
Εννοείται ότι σας το προτείνω. Θα το βρείτε εδώ.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Άφησε εδώ το σχόλιό σου...