Book Review: ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΙ ΨΙΘΥΡΟΙ, του ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΕΥΓΕΝΙΚΟΥ, από εκδόσεις ΗΔΥΕΠΕΙΑ

 

(Της Γιώτας Βασιλείου)

Ο Απόστολος Ευγενικός είναι όνομα και πράγμα. Ευγενική κι ευαίσθητη ψυχή. Αγαπά τα βιβλία, το διάβασμα, την τέχνη. Είναι παρών σε πάρα πολλές παρουσιάσεις βιβλίων και εκδηλώσεις φιλαναγνωσίας και θεωρώ ότι ήταν απλώς θέμα χρόνου το να κρατήσουμε το πρώτο του βιβλίο στα χέρια μας.

Και ίσως αυτό να είναι και το πιο ουσιαστικό σημείο εκκίνησης για να προσεγγίσει κανείς το βιβλίο με κριτικό μάτι. Όταν ένας άνθρωπος έχει ζήσει τόσο ενεργά μέσα στον κόσμο της ανάγνωσης, η μετάβαση στη συγγραφή δεν είναι μια αυθόρμητη παρόρμηση θεωρώ, αλλά μια φυσική εξέλιξη. Οι Νυχτερινοί ψίθυροι δεν προέκυψαν τυχαία· αποτελούν το αποτέλεσμα μιας βαθιάς και διαρκούς σχέσης με τη λογοτεχνία.

Το πρώτο αυτό μυθιστόρημα του Απόστολου Ευγενικού λοιπόν ανήκει ξεκάθαρα στον χώρο του σύγχρονου ελληνικού αστυνομικού. Ωστόσο, δεν ακολουθεί τον δρόμο της καταιγιστικής περιπέτειας ή του αδιάκοπου σασπένς με διαδοχικές ανατροπές. Ακολουθώντας τα χνάρια του αγαπημένου του Γιάννη Μαρή, μας προσφέρει περισσότερο μια ιστορία φόβου που αναπτύσσεται υπόγεια, μέσα από την ατμόσφαιρα και την ψυχολογία των χαρακτήρων της.

Από τις πρώτες σελίδες γίνεται σαφές ότι το ενδιαφέρον δεν περιορίζεται στην αστυνομική πλοκή ως μηχανισμό, αλλά εστιάζει στον τρόπο με τον οποίο ο φόβος απλώνεται σιγά σιγά –υποδόρια– στην καθημερινότητα των ηρώων. Δεν πρόκειται για έναν φόβο θεαματικό, αλλά για μια αίσθηση που λειτουργεί διαβρωτικά. Επηρεάζει σχέσεις, κλονίζει βεβαιότητες και αποδομεί κάθε αίσθηση ελέγχου που είχαν οι ήρωες μέχρι εκείνη τη στιγμή. Το έγκλημα λειτουργεί ως αφορμή για να αναδειχθεί η ανθρώπινη ευαλωτότητα.

Ο κεντρικός ήρωας, που ανοίγει και την ιστορία, δεν είναι ο κλασικός πρωταγωνιστής του είδους. Δεν έχουμε έναν αποστασιοποιημένο ερευνητή ή έναν μοναχικό χαρακτήρα χωρίς δεσμούς. Πρόκειται για έναν άνθρωπο με οικογένεια, υψηλή κοινωνική θέση και παρελθόν, που βρίσκεται αντιμέτωπος με μια απειλή ασαφή και ενοχλητικά προσωπική. Η επιλογή αυτή μετατοπίζει το βάρος από το “ποιος το έκανε” στο “τι συμβαίνει μέσα στο μυαλό ενός ανθρώπου όταν απειλείται”. Και αυτή είναι μια αφηγηματική κατεύθυνση που δίνει στο βιβλίο τον ιδιαίτερο τόνο του.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η αστυνομικός Μελίνα Αποστολίδη. Δεν πρόκειται για μια άτρωτη φιγούρα, έναν φωτεινό παντογνώστη, αλλά για μια γυναίκα που κινείται μέσα σε όρια, μια γυναίκα που έχει προσωπική ζωή και που, κατά μία έννοια, έχει μπαφιάσει από τα βάρη της δουλειάς της. Το αστυνομικό στοιχείο λειτουργεί περισσότερο ως πλαίσιο παρά ως αυτοσκοπός, επιτρέποντας να αναδειχθεί η σχέση ανάμεσα στον φόβο, την εξουσία και την ευθύνη. Η Μελίνα κατ’ εμέ έχει τις προϋποθέσεις να εξελιχθεί σε μια δυνατή και αναγνωρίσιμη μορφή της σύγχρονης ελληνικής αστυνομικής λογοτεχνίας, εφόσον ο Απόστολος επιλέξει να την κρατήσει και στις επόμενες δουλειές του.

Η αφήγηση είναι αναλυτική, με έμφαση στις σκέψεις, στις περιγραφές και στην αίσθηση του χώρου. Ο συγγραφέας επιμένει στη δημιουργία ατμόσφαιρας και απαιτεί σχεδόν από τον αναγνώστη να παραμείνει μέσα στο σκηνικό, να το ζήσει, να παρατηρήσει και να αφουγκραστεί τις εσωτερικές μετατοπίσεις των χαρακτήρων. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα slow burning μυθιστόρημα, που χτίζει σταδιακά την ένταση και αυξάνει τον ρυθμό του προς την κορύφωση. Η εκτόνωση, όταν έρχεται, λειτουργεί ως φυσικό αποτέλεσμα αυτής της συσσώρευσης.

Δεν είναι, επομένως, ένα βιβλίο για όσους αναζητούν μια καθαρή αστυνομική περιπέτεια με κινηματογραφικές ταχύτητες. Είναι ένα έργο που απευθύνεται σε αναγνώστες οι οποίοι ενδιαφέρονται για τη σταδιακή ένταση, για την ψυχολογική διερεύνηση και για το πώς ο φόβος μετατρέπεται σε εσωτερικό μηχανισμό αποδόμησης.

Από εκδοτικής πλευράς τώρα, θα μπορούσε να έχει δοθεί μεγαλύτερη προσοχή στην επιμέλεια. Υπάρχουν γλωσσικά, συντακτικά και άλλα λαθάκια που θα μπορούσαν να είχαν διορθωθεί με μια πιο αυστηρή τελική επεξεργασία του κειμένου. Πρόκειται ωστόσο για ζητήματα εκδοτικής φροντίδας και όχι για αδυναμία σύλληψης ή αφηγηματικής πρόθεσης. Δεν αναιρούν τη δυναμική της ιστορίας· απλώς δείχνουν ότι το βιβλίο θα μπορούσε να έχει παρουσιαστεί ακόμη πιο προσεγμένα.

Και αν λάβουμε υπόψη ότι μιλάμε για έναν δημιουργό μόλις 22–23 ετών, η συγκεκριμένη πρώτη απόπειρα αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Το νεαρό της ηλικίας του δεν λειτουργεί ως άλλοθι, αλλά ως ένδειξη ότι υπάρχει χρόνος, περιθώριο και δυναμική για ουσιαστική ωρίμανση. Πρόκειται για μια αφετηρία με προοπτική.

Συνολικά λοιπόν, οι Νυχτερινοί ψίθυροι αποτελούν μια ειλικρινή πρώτη συγγραφική κατάθεση, που επιλέγει τη σταθερή ένταση αντί για τον εντυπωσιασμό και τον άνθρωπο αντί για τον μηχανισμό. Κρίνοντας λοιπόν από αυτή την προσπάθεια, θεωρώ ότι αυτό το παιδί έχει πολλά να μας δώσει στο μέλλον και ανυπομονώ να τα συναντήσω.

Αναζητήστε το εδώ.


Σχόλια