Μερικοί άνθρωποι γεννιούνται μέσα στις λέξεις.
Άλλοι πρέπει να τις κλέψουν.
Το μυθιστόρημα Ο κλέφτης των τετραδίων του
Τζάννι Σόλλα είναι μια ιστορία ενηλικίωσης που διαδραματίζεται σε ένα χωριό της
Καζέρτα της Ιταλίας, την περίοδο του φασισμού, και ακολουθεί τον Νταβίντε, ένα
αγόρι φτωχό, χωλό από τη γέννησή του και σχεδόν αναλφάβητο. Η ζωή του αλλάζει
όταν γνωρίζει έναν εβραίο συνομήλικό του, τον Νικολά, και τον μορφωμένο πατέρα
του, από τους οποίους αρχίζει να μαθαίνει να διαβάζει και να γράφει,
ανακαλύπτοντας ότι οι λέξεις μπορούν να ανοίξουν έναν ολόκληρο κόσμο μπροστά
του.
Και κάπου εδώ αρχίζει το πραγματικό διακύβευμα του βιβλίου.
Γιατί ο Σόλλα δεν αφηγείται απλώς την ιστορία ενός παιδιού που μαθαίνει
γράμματα. Αφηγείται την ιστορία ενός παιδιού που μαθαίνει να κοιτάζει
τον κόσμο αλλιώς. Μέχρι εκείνη τη στιγμή ο Νταβίντε ζει σε έναν κόσμο στενό,
σχεδόν προκαθορισμένο: χωράφια, ζώα, δουλειά, φτώχεια και μια καθημερινότητα
που δεν αφήνει πολλά περιθώρια για όνειρα κι ελπίδες. Τα τετράδια που αρχίζει
να ξεφυλλίζει –κι ενίοτε να κλέβει– γίνονται το παράθυρο προς μια
πραγματικότητα μεγαλύτερη από εκείνη που ζούσε μέχρι τότε.
«Βούτα», είπαν αυτή τη φορά με μια φωνή, λες
και προσπαθούσαν να συντονίσουν τις φωνές τους. Αν δεν πηδούσα, το φάντασμά μου
θα έμενε για πάντα σ’ εκείνη την ξύλινη εξέδρα στο τέρμα του δάσους. Πήρα φόρα
κι ένιωσα τη μέθη του κενού. Η ζωή μου ξεκίνησε μ’ εκείνο το σάλτο.
Η σχέση του Νταβίντε με τον Νικολά είναι για μένα, από τα
πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του βιβλίου. Δεν είναι μια απλή παιδική φιλία αλλά
μια σχέση γεμάτη θαυμασμό, αμηχανία, ζήλια και εκείνη τη λεπτή ένταση που
γεννιέται όταν δύο άνθρωποι αντιλαμβάνονται πόσο διαφορετικοί είναι οι κόσμοι
από τους οποίους προέρχονται κι εν τούτοις επιλέγουν να μένουν μαζί. Ο ένας
κουβαλά την πείνα και την τραχύτητα της υπαίθρου, ο άλλος τη μόρφωση και την
καλλιέργεια μιας οικογένειας που πολύ σύντομα θα μάθει τι σημαίνει να ζεις σε
λάθος εποχή.
Κι εδώ ακριβώς είναι θα έλεγα, το νευραλγικό σημείο του
βιβλίου. Ο φασισμός δεν παρουσιάζεται μέσα από βαρύγδουπες ιστορικές σκηνές ή
ρητορικές κορώνες. Υπάρχει στο φόντο, σαν μια σκιά που μεγαλώνει
κι απλώνεται σιγά σιγά. Σαν κάτι που στην αρχή μοιάζει μακρινό και μετά αρχίζει
να εισβάλλει ύπουλα στην καθημερινότητα των ανθρώπων, σχεδόν ανεπαίσθητα, μέχρι
που γίνεται αδύνατο να το αγνοήσεις.
Ο Σόλλα γράφει με απλότητα, αλλά αυτή η απλότητα δεν είναι
καθόλου αφελής. Η αφήγηση προχωρά ήρεμα, χωρίς να προσπαθεί να εντυπωσιάσει με
μεγάλα δράματα ούτε και να εκβιάσει το συναίσθημα του αναγνώστη. Αντίθετα,
επενδύει στις μικρές στιγμές που δίνουν τη μεγάλη εικόνα. Μια αδέξια κουβέντα,
μια σιωπή που κρατά λίγο περισσότερο απ’ όσο πρέπει, μια κίνηση που προδίδει
φόβο ή ντροπή. Μέσα από αυτές τις λεπτομέρειες οι χαρακτήρες αποκτούν βάθος και
γίνονται απροσδόκητα οικείοι και είναι πολύ εύκολο για τον αναγνώστη να
ταυτιστεί μαζί τους.
Η θάλασσα φαίνεται και από το σπίτι μου ή
μάλλον από όλα τα σπίτια της Νάπολης. Και ξέρεις ποιο είναι το πιο ωραίο; Η
θάλασσα δεν μπορεί να βομβαρδιστεί. Μια μέρα θα ξαναχτίσουν τα πάντα εκτός από
τη θάλασσα, γιατί για εκείνη, ο πόλεμος είναι κάτι γελοίο.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο δυνατό στοιχείο του βιβλίου.
Ότι τελικά δεν μιλά μόνο για μια εποχή ή για μια ιστορική περίοδο. Μιλά για
κάτι πολύ πιο απλό και πολύ πιο ουσιαστικό. Μιλάει για τη στιγμή που ένας
άνθρωπος ανακαλύπτει ότι ο κόσμος είναι μεγαλύτερος απ’ όσο του είχαν πει και
αυτό από τη μια τον τρομάζει και από την άλλη τον ιντριγκάρει.
Και ίσως τελικά αυτό να είναι και το πιο όμορφο έγκλημα
του βιβλίου. Ότι μας θυμίζει πως μερικές φορές αρκεί μια λέξη, μια ιστορία, ένα
τετράδιο, κλεμμένο ή όχι, για να αλλάξει η πορεία ενός ανθρώπου. Και τότε
καταλαβαίνεις ότι ο τίτλος δεν μιλά μόνο για έναν κλέφτη τετραδίων.
Μιλά για έναν άνθρωπο που κλέβει σιγά σιγά τη ζωή που δεν του είχαν ποτέ
υποσχεθεί.
Κάντε στον εαυτό σας την χάρη και διαβάστε το. Θα το βρείτε εδώ.
Καλές αναγνώσεις!
Η κριτική δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο διαδικτυακό περιοδικό Fractal.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Άφησε εδώ το σχόλιό σου...