(Της Κατερίνας Τσαμπά )   “Το μυθιστόρημα είναι μια έφοδος προς την αλήθεια, στη μεγάλη εκστρατεία στα βάθη της συνείδησης για τη γλωσσική κατάκτηση του κόσμου”. Αγαπώ τα δοκίμια περί συγγραφής και αυτό είναι ένα ακόμα βιβλίο που διάβασα πρόσφατα. Ο Μάκης Καραγιάννης είναι πεζογράφος και κριτικός, και έχει πτυχίο στα Μαθηματικά. Στο βιβλίο αυτό μας περιγράφει με απλή κατανοητή γλώσσα τι είναι το μυθιστόρημα και, βασίζοντας την αφήγησή του στις σχολές και την ιστορία της συγγραφής, μας μαθαίνει την τέχνη του μυθιστορήματος. Τι είναι λοιπόν το μυθιστόρημα; Ξεκινώντας, το βιβλίο αναφέρεται στους προηγούμενους αιώνες και τι ίσχυε τότε. Πώς ξεκινάει η ιστορία, πού πάει ο χαρακτήρας, πώς καταλήγει η ιστορία. Στη συνέχεια μας μιλάει για την αφήγηση και ποιες τεχνικές υπήρξαν με την εξέλιξη των χρόνων. Αναφέρεται σε εμβληματικούς συγγραφείς όπως Μπαλζάκ και Φλωμπέρ που έχουν επηρεάσει κατά πολύ τη λογοτεχνία με τα έργα και τα λεγόμενά τους. Πόσοι αφηγητές υπάρχουν και τι ι...

ΚΑΙ ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΑΣ ΘΑΨΟΥΝ ΤΟΥΣ ΝΕΚΡΟΥΣ ΤΟΥΣ, του ΜΙΧΑΛΗ ΑΛΜΠΑΤΗ, από εκδόσεις ΝΗΣΟΣ


(Της Γιώτας Βασιλείου)

Μια φράση δανεική από το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, έδωσε την έμπνευση για τον τίτλο του μυθιστορήματος του Μιχάλη Αλμπάτη «Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους». Ξεκινώντας το κανείς δεν έχει ιδέα τι τον περιμένει. Σόδομα και Γόμορα κυρίες και κύριοι! Και ναι, μπορεί να καταπιάνεται με το θάνατο και τους πεθαμένους δεν είναι τόσο μακάβριο όσο ακούγεται. Αντιθέτως υπάρχουν στιγμές που ξεπερνά τα όρια του ξεκαρδιστικού. 

Ο Φανούρης είναι ένα αγόρι  δεκαπέντε χρονών όταν από τύχη ανακαλύπτει ότι μπορεί και ακούει τους νεκρούς. Όταν ο πονηρίδης θείος του το μαθαίνει, τον παίρνει μαζί του και τον περιφέρει στην Κρήτη από κηδεία σε κηδεία, εκμεταλλευόμενος το χάρισμά του, προκειμένου να κερδίσουν παράδες. Ο Φανούρης, μέσα από αυτήν την περιπέτεια κερδίζει μια βεβιασμένη ενηλικίωση με απρόβλεπτες συνέπειες. Αυτή είναι η ιστορία ενός εφήβου, του ανεκπλήρωτου έρωτά του και των πρωτόγνωρων συναισθημάτων που βίωσε.

Το «Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους» είναι από βιβλία που θα θέλεις να διαβάσεις ξανά και ξανά. Παρόλο που η ιστορία διαδραματίζεται στην Κρήτη της δεκαετίας του πενήντα, είναι τόσο σύγχρονο που απορείς πώς ένας νέος συγγραφέας κατάφερε να δημιουργήσει μια ηθογραφία της ελληνικής επαρχίας χωρίς ίχνος μιζέριας ή υπερβολική νοσταλγία και μάλιστα χωρίς να έχει ζήσει την εποχή εκείνη.

Πρόκειται για ένα απολαυστικό μυθιστόρημα από την πρώτη μέχρι την τελευταία του σελίδα, με συναρπαστική και σφιχτοδεμένη πλοκή, ολοζώντανους χαρακτήρες που σχεδόν τους… ακούς να σου μιλάνε! Άψογη αφηγηματική ροή, γραφή και γλώσσα. Είναι τόσο καλοδουλεμένο και στιβαρό που σχεδόν πεντακόσιες σελίδες μετά, εύχεσαι να είχε άλλες τόσες. Το βιβλίο είναι πλούσιο σε βιτριολικό χιούμορ, συγκίνηση, στιγμές θλίψης αλλά και… χμμμ… σεΚΣ (σπάνιο φαινόμενο στα νεοελληνικά κείμενα που φαίνεται να μην έχουν ξεπεράσει ακόμα τη συστολή και τα ταμπού του παρελθόντος).

Και πριν κλείσω να πω πως δεν ήταν ούτε ένας, ούτε δυο, ούτε τρεις οι εκδοτικοί που έκλεισαν την πόρτα στον Αλμπάτη και τους λαλίστατους νεκρούς του, αλλά είκοσι. Μάλιστα είκοσι. Αναρωτιέμαι πως να αισθάνονται τώρα οι εκδότες αυτοί, βλέποντας ότι αυτό που εκείνοι θεώρησαν «σκουπίδι» για εμάς τους αναγνώστες είναι ένας υπέροχος θησαυρός;

Βρείτε το κι απολαύστε το εδώ.

Σχόλια